Η θετική διαπαιδαγώγηση επιλέγεται από πολύ περισσότερους γονείς τα τελευταία χρόνια και έχει οπωσδήποτε συμβάλει θετικά στη διαμόρφωση υγιέστερων προσωπικοτήτων. Οι βασικές της αρχές συνίστανται στη σωστή σύνδεση μεταξύ γονέα και παιδιού, δηλαδή σε μία σχέση δομημένη στον αλληλοσεβασμό, την ενεργητική ακρόαση, την προσπάθεια κατανόησης και την ενσυναίσθηση. Το παιδί, εκτός των άλλων, μαθαίνει να αναγνωρίζει τα συναισθήματά του και σταδιακά να τα διαχειρίζεται. Ο γονέας, ως ενήλικας και ρυθμιστής της σχέσης, αντιλαμβάνεται τις ανάγκες του βρέφους και ρυθμίζει τη συμπεριφορά του ανάλογα με το αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού του. Ο στόχος είναι να αναπτύσσεται το παιδί μέσα σε υγιή και ασφαλή όρια, τα οποία το ενδυναμώνουν ως προσωπικότητα, αλλά συγχρόνως το εντάσσουν ομαλά μέσα στις ποικίλες κοινωνικές ομάδες (αρχικά την οικογένεια, το σχολείο, τις ομάδες δραστηριοτήτων, κλπ). Επίσης, το παιδί οφείλει να διδάσκεται πώς να συνυπάρχει ομαλά μέσα στις ομάδες ισότιμα.
Χρειάζεται αρχικά να επισημανθεί το αυτονόητο, ότι δηλαδή η σχέση γονέα – παιδιού δεν είναι ισοδύναμη, εφόσον το παιδί είναι ανίσχυρο και εξαρτώμενο. Συνεπώς ο ενήλικας δίνει τον τόνο. Η θετική διαπαιδαγώγηση είναι ένας ορθός τρόπος ανατροφής των παιδιών, που δεν βασίζεται στην απειλή, τη λεκτική βία και την ποινή, με άλλα λόγια δεν γίνεται χρήση (και κατάχρηση) εξουσίας εκ μέρους του “ισχυρού” γονέα. Ο ενήλικας “κατεβαίνει” στο αναπτυξιακό επίπεδο του παιδιού, ορίζει και εξηγεί το πλαίσιο. Τι θα γίνει, πώς, πότε, με ποια σειρά, τι επιτρέπεται και τι όχι, και φυσικά για ποιους λόγους. Έχει υπομονή και σταθερότητα στη συμπεριφορά. Ο γονέας εξηγεί και επαναλαμβάνει ατελείωτες φορές “τα ίδια”, αντιμετωπίζει εκρήξεις θυμού και απελπισίας, και όλα τα παραπάνω συχνά είναι εξαντλητικά. Τα παιδιά σταδιακά τελειοποιούν το νευρικό τους σύστημα, με αποτέλεσμα να μη μπορούν εξ αρχής να διαχειριστούν με επιτυχία τα ποικίλα ερεθίσματα του περιβάλλοντος (χαρά, ενθουσιασμό, ματαίωση, θόρυβο, πείνα, κούραση, νύστα, κλπ), κυρίως στα πρώτα έτη της ζωής τους. Τα ξεσπάσματά τους είναι η αποφόρτιση του νευρικού τους συστήματος. Σταδιακά και με καθοδήγηση, επιτυγχάνουν καλύτερη αυτορρύθμιση. Προφανώς κάθε παιδί έχει τη δική του προσωπικότητα και το δικό του ρυθμό ανάπτυξης, αλλά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο όλα διέρχονται από κάποια βασικά στάδια καθώς αναπτύσσονται. Έτσι, ο γονέας χρειάζεται πρώτα ο ίδιος να έχει γνώση όσων περίπου αναμένονται σε κάθε στάδιο από το παιδί του, ώστε να γνωρίζει πώς θα τα χειριστεί. Έτσι, είναι πιο ήρεμος, οργανώνει τις δικές του στρατηγικές και δεν “πιάνεται στον ύπνο”. Συνεπώς, αυτός ο τρόπος ανατροφής, προϋποθέτει συνειδητοποιημένους γονείς που είναι συνεχώς ενεργοί, προβληματίζονται και ασχολούνται σε καθημερινή βάση.
Οι απογοητεύσεις και τα λάθη είναι μέρος της γονεϊκής διαδρομής. Όποιος μεγαλώνει παιδιά αντιλαμβάνεται από τις πρώτες μέρες ότι τίποτα δεν προχωράει βάσει εγχειριδίου. Οι όροι “ενσυναίσθηση”, “κατανόηση”, “πειθαρχία”, είναι θεωρητικοί και τα όριά τους δυσδιάκριτα και υποκειμενικά. Όμως η προσπάθεια μετράει και τα παιδιά την αντιλαμβάνονται και την εκτιμούν μεγαλώνοντας.

Υπάρχει όμως, και μία μερίδα γονέων που ταυτίζουν τη θετική διαπαιδαγώγηση με την έλλειψη πειθαρχίας και ορίων. Θεωρούν ότι αγάπη και ενσυναίσθηση είναι να λένε πάντα ναι, γιατί αλλιώς το παιδί θα πληγωθεί ή θα ματαιωθεί και αυτό είναι κάτι που δεν θέλουν να διαχειριστούν. Άλλοτε πάλι δικαιολογούν απαράδεκτες συμπεριφορές, επειδή “‘έτσι κάνουν τα παιδιά” ή επειδή “είναι έφηβος/η”, κλπ. Όμως αυτή η πρακτική δεν έχει καθόλου σχέση με θετικότητα. Τα παιδιά οφείλουν να μάθουν τα αδύνατά τους σημεία, τα λάθη στη συμπεριφορά τους και, το κυριώτερο, ότι οι συμπεριφορές επισύρουν συνέπειες, αρνητικές και θετικές. Μόνο έτσι, θα διδαχθούν να επιλέγουν με ευθύνη και σεβασμό στον εαυτό τους και στους άλλους. Και είναι αποκλειστική ευθύνη των ενηλίκων να το διδάξουν αυτό, με σταθερότητα και συνέπεια πρώτα από όλα στη δική τους συμπεριφορά. Είναι γνωστό ότι τα παιδιά από νωρίς χρειάζονται ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινούνται. Το πλαίσιο διευρύνεται καθώς το παιδί μεγαλώνει και διεκδικεί περισσότερες ελευθερίες. Ο γονιός έχει την ευθύνη να αξιολογήσει τι ζητά το παιδι και ανάλογα να ενεργήσει, συναινώντας ή απορρίπτοντας το αίτημα και εξηγώντας τη θέση του με σταθερότητα. Η θετική διαπαιδαγώγηση, λοιπόν, δεν είναι να λέμε πάντα “ναι”, επειδή είναι πιο εύκολο ή επειδή δεν θέλουμε να διαταραχθεί η ησυχία μας. Είναι μια διαρκής και καθημερινή ενασχόληση, με πολλές αμφιβολίες και κούραση, η οποία θα αποδώσει καρπούς σε βάθος χρόνου.
