Με αφορμή το πρόσφατο θλιβερό θάνατο των δεκαεπτάχρονων κοριτσιών στην Ηλιούπολη, χρειάζεται να επισημανθεί ξεκάθαρα ότι η αυτοχειρία προϋποθέτει παθολογία. Συνήθως πρόκειται για σοβαρή κατάθλιψη, αλλά πολλές φορές υπάρχει και συννοσηρότητα (π.χ με διπολική διαταραχή). Πάνω σε αυτό το υπόστρωμα, όταν προκύψει κάποια (οποιαδήποτε) ψυχοπιεστική αφορμή, μπορεί να πυροδοτηθεί μία απόπειρα αυτοκτονίας.
Οπωσδήποτε οι έφηβοι είναι πιο επιρρεπείς σε έντονα συναισθήματα και, συνεπώς πιο ευάλωτοι σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής τους. Κάθε μετάβαση είναι δύσκολη και η εφηβεία είναι μία από τις πιο απαιτητικές αναπτυξιακές περιόδους. Υπάρχει σε πολλούς εφήβους η τάση της υπερβολικής, απόλυτης αντίδρασης στα ερεθίσματα, συνδυαστικά με χαμηλή αυτοπεποίθηση. Αυτό το “μείγμα” είναι αρκετά εκρηκτικό από μόνο του. Όταν όμως υπάρχει και ψυχική απορρύθμιση (δηλαδή παθολογία), η οποία δεν έχει έγκαιρα διαγνωστεί, οπωσδήποτε η κατάσταση μπορεί να γίνει επικίνδυνη ακόμα και για τη ζωή του εφήβου. Όπως συνέβη στα δύο κορίτσια.
Οι αυτόχειρες αποτελούν μία μικρή μειοψηφεία ανθρώπων. Η ομάδα των ανθρώπων που εμφανίζει αυτοκτονικό ιδεασμό (σκέψεις γύρω από το θάνατο) είναι μεγαλύτερη, ωστόσο μόνο ένα μικρό μέρος από αυτούς θα υλοποιήσει τελικά την απόφαση αφαίρεσης της ζωής του.
Συνεπώς δεν είναι οι πανελλαδικές εξετάσεις ούτε η ζοφερή επαγγελματική αποκατάσταση των νέων στην Ελλάδα, οι αιτίες που προκάλεσαν την αυτοκτονία των κοριτσιών. Αποτέλεσαν οπωσδήποτε επιβαρυντικούς στρεσογόνους παράγοντες που συνέτειναν στην αυτοχειρία. Όταν υπάρχει η παθολογία που προαναφέρθηκε, τότε διάφορες συνθήκες του στενού ή ευρύτερου περιβάλλοντος μπορεί να χειροτερέψουν την κατάσταση ή αντίθετα να την βελτιώσουν. Στην συγκεκριμένη περίπτωση προφανώς την επιδείνωσαν. Σε έναν σχετικά υγιή ψυχισμό οι πανελλήνιες εξετάσεις και η πιθανή ανεργία μπορεί να προκαλέσουν αγχώδη διαταραχή, ήπια κατάθλιψη, κλπ, αλλά δεν θα αυτοκτονήσει ένας έφηβος μόνο επειδή πιέζεται για τις εξετάσεις.
Το επιπλέον ανησυχητικό για το σύνολο, είναι ότι δεν συζητάμε για ατομική αυτοκτονία, αλλά για διπλή, από κοινή συνεργασία, επιτυχή απόπειρα τερματισμού της ζωής δύο φίλων. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει την ευαλωτότητα των εφήβων, καθώς ο ένας μπορεί να επηρεάσει εύκολα τον άλλο, στο καλο ή στο κακό και, αν οι ψυχισμοί ταιριάζουν, μπορεί να δούμε τέτοιες πράξεις: να ενθαρρύνει δηλαδή το ένα παιδί το άλλο ακόμα και στην αυτοκαταστροφή. Το διαδίκτυο έχει επιβαρυντικό ρόλο σε αυτή την κατάσταση. Μπορεί να επιτείνει την αίσθηση απελπισίας των εφήβων, γιατί σε αυτή την ηλικία δεν μπορούν όλοι να διαχειριστούν τις πληροφορίες που λαμβάνουν. Ας μην ξεχνάμε και τις διάφορες διαδικτυακές ομάδες, στις οποίες έφηβοι μοιράζονται την απελπισία τους. Παράλληλα, η δημοσιότητα που έχει λάβει η αυτοκτονία των κοριτσιών, με όλες τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες που έχουν παρατεθεί, εκτός από απρέπεια, αποτελεί δυνητικά παράγοντα επικινδυνότητας και για άλλους εφήβους, οι οποίοι λόγω ηλικίας μπορεί να ηρωοποιήσουν την πράξη και να νιώσουν ότι ταυτίζονται με τα δύο κορίτσια. Οι έφηβοι έχουν ταχεία μεταβλητότητα στο συναίσθημα, μιμούνται και επηρεάζονται πάρα πολύ γρήγορα και πάρα πολύ εύκολα. Και γι’ αυτόν τον λόγο χρειάζεται λιγότερη δημοσιότητα.
Τα δύο κορίτσια απελπίστηκαν βαθιά και έχασαν την εμπιστοσύνη τους στη ροή της ζωής. Σίγουρα αυτή η απώλεια επήλθε σταδιακά, με την έλευση ετών, αλλά επειδή η κατάθλιψη στα παιδιά και στους εφήβους έχει πιο ήσυχα συμπτώματα, δεν γίνεται συχνά εγκαίρως αντιληπτή.
Είναι απαραίτητο να ενισχυθούν θεσμοί που προάγουν την ψυχική υγεία. Γιατί τα μέτρα που λαμβάνονται έως τώρα είναι πολύ επιφανειακά. Προφανώς οι επιστημονικές ομάδες ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών προσφέρουν σπουδαίο έργο, και αυτό το γνωρίζουν καλά όσοι εργάζονται σε αυτούς τους χώρους. Όμως αυτές οι ομάδες μοιράζονται σε διαφορετική σχολική μονάδα κάθε μέρα της εβδομάδας και στα αστικά κέντρα που τα σχολεία αριθμούν εκατοντάδες μαθητών, εύκολα αντιλαμβανόμαστε ότι το σύνολο των παιδιών δεν μπορεί να επωφεληθεί από το έργο τους. Με λίγα λόγια δεν επαρκούν για να καλύψουν τις πραγματικές επιτακτικές ανάγκες. Και αυτό μπορώ να το καταθέσω και από προσωπική εμπειρία πολλών ετών στον χώρο. Οιι ανάγκες δεν αφορούν μόνο τους μαθητές, αλλά και τους γονείς τους, οι οποίοι σε μεγάλο ποσοστό είναι εξαντλημένοι και χρειάζονται ενίσχυση στα γονεϊκά τους καθήκοντα. Ενίσχυση και ψυχολογική υποστήριξη χρειάζονται και οι εκπαιδευτικοί. Συνεπώς κάθε σχολείο οφείλει να έχει καθημερινά ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς με σταθερή οργανική θέση, ώστε αυτοί ως μόνιμο προσωπικό να συνδεθούν με τη σχολική κοινότητα και να μπορούν να προσφέρουν υπηρεσίες σε όλους. Η ψυχική υγεία (μαζί με το κομμάτι της ενημέρωσης – πρόληψης) πρέπει να τεθεί σε προτεραιότητα σε δήμους και σχολικές μονάδες. Να αποτελεί αγαθό προσβάσιμο σε όσους το χρειάζονται. Και για όσους δεν αντιλαμβάνονται ότι χρειάζονται βοήθεια, να υπάρχουν ειδικοί που θα αξιολογούν συμπεριφορές και θα παραπέμπουν.
Δυστυχώς περιστατικά σαν αυτό στην Ηλιούπολη, αντιμετωπίζονται με “κραυγές”, επιφανειακές ερμηνείες και μπόλικη “συμπαράσταση”. Δόθηκε τρομακτική δημοσιότητα στο “θλιβερό” και “συγκλονιστικό” γεγονός, επειδή οι ειδήσεις για καταστροφές εξαπλώνονται σαν πυρκαγιά. Και χωρίς να είμαι νομικός, γνωρίζω ότι υπάρχει και το απόρρητο της αλληλογραφίας. Ή όχι πια; Όμως υπάρχουν δύο οικογένειες που αυτή τη στιγμή θρηνούν και δεν φαίνεται να υπάρχει ο απαιτούμενος σεβασμός σε αυτό που τους έχει συμβεί. Μόνο αναλύσεις επί αναλύσεων σε ΜΜΕ και ΜΚΔ. Μέχρι να συμβεί το επόμενο “τραγικό γεγονός” το οποίο θα προσελκύσει το ενδιαφέρον, επειδή, αν μη τι άλλο, όλοι έχουμε δικαίωμα στην ενημέρωση.
Αυτό που εννοώ είναι ότι δεν βοηθάμε στην προαγωγή της ψυχικής υγείας με αυτούς τους τρόπους. Τέτοια συμβάντα – επειδή ακριβώς αποτελούν την επιτομή της τραγικότητας – οφείλουν να προκαλέσουν σιωπή, περισυλλογή και αποφάσεις για το μέλλον των παιδιών μας από τη μεριά των ιθυνόντων. Χρειαζόμαστε ως κράτος και ως κοινωνία συστηματική δουλειά.
