Η συμβουλευτική είναι μία διαδικασία που κάνουμε καθημερινά με τους δικούς μας ανθρώπους. Μας βγαίνει αυθόρμητα μέσα στη ροή της καθημερινότητας και συνήθως είμαστε σίγουροι ότι λέμε και το σωστό. Θα πούμε, δηλαδή, “μην αγχώνεσαι τόσο πολύ” σε κάποιον που αγχώνεται, ή θα παροτρύνουμε κάποιον ντροπαλό “να κάνει το πρώτο βήμα και να μην φοβάται τους ανθρώπους”. Συνήθως συμβουλεύουμε με χαρακτηριστική άνεση, βασισμένοι στον εαυτό μας. Δηλαδή το πρότυπο της συμβουλευτικής που παρέχουμε είναι ο εαυτός μας, πώς εμείς οι ίδιοι βιώνουμε τις διάφορες καταστάσεις και διαχειριζόμαστε τα θέματά μας. Άλλωστε είναι γνωστό ότι οι άλλοι λειτουργούν σαν δικοί μας καθρέφτες. Και αν πρόκειται για τα παιδιά μας, τότε θυμόμαστε την αντίστοιχη δική μας ηλικία και λέμε αυτά που κάναμε εμείς τότε. “Εγώ έκανα αυτά,.., μελετούσα έτσι…, πήγαινα εκεί…”
Ωστόσο η ουσία της συμβουλευτικής δεν είναι στο “εγώ”, αλλά στο “εσύ”. Πρέπει να μπορούμε να μπούμε στη θέση του άλλου για να τον συμβουλέψουμε. Να συντονιστούμε μαζί του όσο καλύτερα μπορούμε και να ανοίξουμε συναισθηματικά, ώστε να νιώσουμε την κατάσταση που βιώνει ο άλλος. Ένας τρόπος για να το πετύχουμε είναι να αναλογιστούμε τις δικές μας δυσκολίες και δυσλειτουργίες, όλες τις φορές που εμείς όχι μόνο δεν μπορέσαμε να εφαρμόσουμε τις απλουστευτικές συμβουλές των άλλων, αλλά θυμώσαμε κιόλας επειδή δεν μας κατάλαβαν. Μόνο τότε θα σεβαστούμε περισσότερο αυτό που συμβαίνει στον άλλο και δεν θα του μιλάμε με ύφος δασκάλου ή παντογνώστη για το “πόσο απλό είναι στην ουσία το θέμα που αντιμετωπίζει και πόσο εύκολα λύνεται”. Όλοι μας κατά καιρούς δυσκολευόμαστε να διαχειριστούμε σχέσεις, συνήθειες ή καταστάσεις, διαφορετικές για τον καθένα. Είναι μεγάλο λάθος να θεωρούμε δεδομένο ότι το “πραγματικά δύσκολο” είναι αυτό που δυσκολεύει εμάς. Όμως η αλήθεια είναι άλλη: κάτι που για μένα είναι απλό, για τον διπλανό μου είναι βουνό. Και το αντίστροφο. Ωστόσο εμφανίζουμε την τάση να νομίζουμε ότι το υποκειμενικό είναι αντικειμενικό. Γι’ αυτό το λόγο υπεραπλουστεύουμε τη δυσκολία των άλλων και την υποτιμούμε. Δυστυχώς αυτό φαίνεται και στον τρόπο που δίνουμε συμβουλές.

Αν είμαστε λεπτοί θα συμβουλέψουμε με μεγάλη ευκολία κάποιον που έχει προβλήματα βάρους “να φάει μία μεγάλη πράσινη σαλάτα με κοτόπουλο γιατί είναι πολύ χορταστική και δεν θα πεινάει άλλο”. Έχουμε όμως αναλογιστεί ότι το συναισθηματικό φαγητό είναι κάτι τελείως διαφορετικό και δεν έχει σχέση με τον κορεσμό που προσφέρει μία μαρουλοσαλάτα; Αν είμαστε κοινωνικοί και εξωστρεφείς προφανώς έχουμε φίλους και παρέες, κανονίζουμε εξόδους και συναναστροφές με ευκολία. Έχουμε όμως σκεφτεί πόσο η αυτονόητη – για κάποιους – εφαρμογή κοινωνικών δεξιοτήτων μπορεί να κάνουν έναν εσωστρεφή άνθρωπο να παγώνει από φόβο και μόνο στην ιδέα να τις εφαρμόσει; Όλοι έχουμε δυσκολίες στον χαρακτήρα μας, τομείς που χρειάζονται επεξεργασία. Όταν δούμε τη δική μας δυσκολία να αλλάξουμε συνήθειες ή να πειθαρχήσουμε σε κάτι ή να τροποποιήσουμε συμπεριφορές ή να κάνουμε πράγματα που θέλουμε αλλά μας φοβίζουν, μόνο τότε θα μπορούμε να ακούσουμε τον άλλον ισότιμα και να συνεισφέρουμε τις συμβουλές μας.
Και μία ιδιαίτερη μνεία, όσον αφορά στα παιδιά και τους εφήβους. Επειδή οι γονείς είναι σε θέση ισχύος, συχνά εκτός από συμβουλές κρίνουν και σχολιάζουν πολύ. Με άλλα λόγια, είναι πολύ εύκολο η συμβουλευτική να παρεκτραπεί σε επίκριση. Τα παιδιά επηρεάζονται πολύ αρνητικά από αυτά τα σχόλια και τις επικρίσεις, ακόμα και αν δεν το δείχνουν. Οι γονείς είναι τα σημαντικότερα πρόσωπα και ένα παιδί πάντα θέλει να το “εγκρίνει” ο γονιός του. Συνεπώς χρειάζεται ενσυναίσθηση στη διαχείριση της συζήτησης. Είναι αναγκαίο να επισημαίνουμε στα παιδιά μας τις αδυναμίες και τα λάθη τους, κάτι τέτοιο εμπίπτει στον παιδαγωγικό μας ρόλο. Σε καμία περίπτωση δεν κανακεύουμε ασταμάτητα τα παιδιά μας, δεν τα δικαιολογούμε ούτε φοβόμαστε να διαφωνήσουμε μαζί τους. Όμως για να πιάσουν τόπο οι συμβουλές μας, χρειάζεται να έχουμε σωστό τρόπο και να τα ακούμε με ενσυναίσθηση.
Είναι λοιπόν μία δεξιότητα να μπορεί κάποιος να εμβαθύνει στις σχέσεις και να μην τις κρατά σε επιφανειακό επίπεδο. Είναι εύκολο μέσα στη ροή της καθημερινότητας να μένει κάποιος στα τετριμμένα και να μην ανοίγεται. Συχνά είναι θέμα χρόνου, συνήθειας, ντροπής ή αμηχανίας. Η αλήθεια είναι ότι από παιδί κάποιος χρειάζεται να εκπαιδευτεί στην έκφραση, γιατί η έκφραση (ο λόγος) είναι το εργαλείο των σχέσεων. Μέσω του λόγου εκφράζουμε σκέψεις, συναισθήματα, ανασφάλειες, τι θέλουμε και τι όχι, τι μας αρέσει και τι όχι. Μέσα από την έκφραση οριοθετούμε και οριοθετούμαστε. Βαθειές σχέσεις σημαίνει να έχουμε δίπλα μας ανθρώπους συναισθηματικά διαθέσιμους για μας, και παράλληλα να είμαστε και εμείς το ίδιο διαθέσιμοι για εκείνους. Δεν σημαίνει να συμφωνούμε σε όλα. Σημαίνει να εκφράζουμε και να σεβόμαστε την διαφορετική άποψη, ώστε να βρίσκουμε κοινό πεδίο σύγκλισης. Ή και να μη βρίσκουμε. Αν δεν εμβαθύνουμε στη σχέση μας, ποτέ δεν θα το καταλάβουμε.
