Πόσο, αλήθεια, η ελληνική οικογένεια ενισχύει την αυτονομία των παιδιών, να εκφράζονται δηλαδή ελεύθερα και να πράττουν με υπευθυνότητα; Επιτρέπουμε στα παιδιά μας να εκφράσουν αιτιολογημένα αντίρρηση, σε όσα η οικογένεια έχει αποφασίσει; Δεν αναφέρομαι προφανώς σε σοβαρές αποφάσεις, τις οποίες ένα παιδί δεν μπορεί και δεν πρέπει να αναλάβει, αλλά σε μικρά, καθημερινά πράγματα. Πολύ συχνά ο ρόλος των μικρών αποφάσεων που μπορεί να λάβει ένα παιδί για τον εαυτό του μέσα στη μέρα, παραβλέπεται. Ωστόσο, καμία προσωπικότητα δεν μπορεί στην ενήλικη εκδοχή της να γίνει υπεύθυνη, αυτόνομη και δυνατή, αν αυτές ακριβώς οι ποιότητες δεν ενθαρρυνθούν με συνειδητότητα από τους γονείς, από την αρχή της συμβιωτικής τους σχέσης. Σαφώς ένα παιδί χρειάζεται πλαίσιο και καθοδήγηση, αλλά ορισμένες ελευθερίες είναι απαραίτητο να του εκχωρηθούν, πάντα ανάλογα με το αναπτυξιακό στάδιο. Τι θα φορέσει, πόσο φαγητό θα φάει, αν κρυώνει ή ζεσταίνεται, με ποιο παιχνίδι θα παίξει και με ποιους φίλους, αν θα χαιρετήσει τους συγγενείς αμέσως μόλις έρθουν στο σπίτι, κλπ.
Στον απόηχο των εορτών, οπότε και οι οικογενειακές συνευρέσεις ήταν αριθμητικά περισσότερες, υπήρξαν πολλές ευκαιρίες για να παρατηρηθεί αυτό το φαινόμενο. Οι γονείς δίνουμε πολλές οδηγίες στα παιδιά μας για το πώς θα συμπεριφερθούν. “Βάλε μπουφάν”, “μη βγεις έξω, κάνει κρύο”, “μίλησε με τον θείο σου”, “δώσε ένα φιλί στον παππού”, “κάνε μια αγκαλιά τη γιαγιά”, “παίξε με τα ξαδέλφια σου”, “κάτσε λίγο να σε δει η θεία”, “δες τι ωραίο δώρο σου πήρε ο παππούς”. Τα παιδιά και οι έφηβοι πιέζονται να δείξουν το πρόσωπο που ο γονέας θεωρεί “καλό και σωστό” προς τους συγγενείς – ιδίως παππούδες και γιαγιάδες. Σε καμία περίπτωση δεν υπονοείται ότι τα παιδιά μας χρειάζεται να είναι αγενή. Όμως δεν είναι αγένεια να θέλει ένα μικρό παιδί να ολοκληρώσει π.χ μία ζωγραφιά και μετά να ανοίξει το δώρο ή να μη θέλει να το πάρει κάποιος αγκαλιά. Όπως δεν είναι αγένεια να βαριέται ένας έφηβος τη συζήτηση με τη γιαγιά του στο οικογενειακό τραπέζι και να απαντάει μονολεκτικά ή να μην κάνει οπωσδήποτε παρέα με την ξαδέλφη του. Μπορεί και να μην ταιριάζουν.
Πάντα οφείλουμε να διδάσκουμε στα παιδιά μας να μην προσβάλουν τους άλλους και να σέβονται, αλλά συγχρόνως διατηρούν το δικαίωμα να έχουν προτιμήσεις και να μπορούν αν τις εκφράζουν, αλλά και να τις υλοποιούν. Μπορούν να έχουν άποψη για το αν κρυώνουν ή ζεσταίνονται, μπορούν να μιλούν περισσότερο με αυτόν που θέλουν και λιγότερο με αυτόν που βαριούνται, να διαλέξουν τα ρούχα τους ή να αποσυρθούν στο χώρο τους μακριά από τους συγγενείς. Είναι σωστό ένα παιδί να πει ότι δεν του άρεσε το δώρο που έλαβε και ότι θα το αλλάξει. Δείχνει ειλικρίνεια και θάρρος. Και σίγουρα δεν είναι υγιές να υποδεικνύουμε εμείς σε εκείνο πώς πρέπει να αντιδράσει “για να μη μας κάνει ρεζίλι”. Αν ένα παιδί από νηπιακή ηλικία μάθει να ορίζει στοιχειωδώς τον εαυτό του, δηλαδή να αποφασίζει για ορισμένα απλά πράγματα, αυτό είναι οπωσδήποτε πολύ μεγάλο κέρδος. Και είναι δουλειά των ενήλικων γονέων να ορίζουν τι επιτρέπεται και τι όχι, ακόμη και αν υπάρχουν προστριβές. Να ορίσουν δηλαδή το πλαίσιο αυτενέργειας του παιδιού, το οποίο ανάλογα με το αναπτυξιακό στάδιο, θα διευρύνεται. Έτσι το παιδί μαθαίνει να εμπιστεύεται και τον εαυτό του και τους γονείς του, εφόσον οι γονείς του το ακούν, του επιτρέπουν να εκφραστεί και ανάλογα αποδέχονται τα αιτήματά του εν μέρει ή εν όλω ή του εξηγούν το σφάλμα του και γιατί δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να γίνει αυτό που ζητάει.
Η ελευθερία συνοδεύεται από επιλογή, έχει ευθύνη και επιφέρει συνέπειες. Αυτό είναι ένα μάθημα που οφείλουμε να το διδάξουμε στα παιδιά μας έμπρακτα. Ακόμα και αν τα παιδιά αντιδρούν στην αρχή, ο σωστός συνδυασμός οριοθέτησης και αυτονομίας, τα βοηθάει να αντιληφθούν τη θέση τους στην οικογένεια και στον κόσμο. Αν δύο παιδιά δεν παίζουν καλά και δεν ταιριάζουν δεν χρειάζεται εμείς να τα πιέζουμε να συναναστρέφονται επειδή οι γονείς είμαστε συγγενείς ή φίλοι. Επίσης ένα παιδί έχει δικαίωμα να καλέσει στο πάρτι γενεθλίων του όποιους επιθυμεί και όχι όποιους επιθυμούν οι γονείς του για να “μη γίνει παρεξήγηση”. Αυτά τα μικρά πράγματα χτίζουν την αυτοπεποίθηση του παιδιού και ενισχύουν την εσωτερική του ηρεμία. Όταν ο γονιός δείχνει σεβασμό στην προσωπικότητα του παιδιού, μετά και το παιδί πειθαρχεί πιο εύκολα στις καθημερινές ρουτίνες του υγιεινού φαγητού, του ύπνου, της μελέτης και συνολικά συνεργάζεται καλύτερα. Είναι πιο ήρεμο και νιώθει μεγαλύτερη ασφάλεια, ακόμα κι αν θυμώνει με τα “όχι” που ακούει.
Ο λόγος που πολλοί γονείς είναι πιεστικοί με τα παιδιά τους είναι γνωστός. Εμείς οι ενήλικες εξακολουθούμε σε πολύ μεγάλο βαθμο να θεωρούμε τα παιδιά μας προέκταση του εαυτού μας και δεν θέλουμε η συμπεριφορά τους να μας “εκθέτει” ως γονείς. Πολλά οικογενειακά τραπέζια μοιάζουν με εξετάσεις που πρέπει να περάσει το ζευγάρι. Συχνά η “σωστή” γονεϊκή πρακτική πρέπει να εγκριθεί από τη γιαγιά και τον παππού, σιωπηλά ή φανερά. Πέρα όμως από αυτή την επιφανειακή παρατήρηση, υπάρχει και κάτι βαθύτερο. Πολλοί ενήλικες – μεσήλικοι δεν έχουν ακόμα αποκολληθεί από τους γονείς τους. Δυσκολεύονται να μην τους μιλούν κάθε τόσο – συχνά και αρκετές φορές, δίνοντας αναφορά για την ημέρα τους – ή να τους συναναστρέφονται περισσότερο από όσο θέλουν στην πραγματικότητα. Και δυσφορούν, αλλά υπομένουν, “γιατί έτσι είναι αυτά”. Ένας ηλικιωμένος μπορεί ακόμα να ασκεί εξουσία στο πενηντάχρονο ή σαραντάχρονο παιδί του ορίζοντας ρητά ή άρρητα το σωστό και το λάθος, κάτι που μάλλον έκανε από πάντα. Εξακολουθεί δηλαδή να υπάρχει ο φόβος και η πίεση του γονέα που “γνωρίζει το σωστό για το παιδί του” και που θα το γνωρίζει μέχρι να πεθάνει. Στην Ελλάδα παρατηρείται μεγάλος αριθμός ενηλίκων που φοβούνται ακόμα μήπως δυσαρεστήσουν τους ηλικιωμένους γονείς τους. Άρα πώς αυτοί – ως γονείς οι ίδιοι πλέον – θα καθοδηγήσουν στην αυτονομία τα παιδιά τους; Οι ίδιοι έχουν μέσα τους εγκλωβισμένο ένα φοβισμένο παιδί που ποτέ δεν εισακούστηκε όπως θα ήθελε και άρα δεν αυτονομήθηκε ποτέ. Δεν μπορείς να διδάξεις κάτι που δεν γνωρίζεις; Ο φόβος είναι μία μορφή ελέγχου και άσκησης εξουσίας. Αυτόματα αναπαράγουμε το ίδιο μοτίβο με τα παιδιά μας, επειδή αυτό είναι το γνώριμο. Χρειάζεται δουλειά για να σπάσει ο κύκλος της επανάληψης.

Και, έτσι, είμαστε καταπιεστικοί γονείς σε ασήμαντα ζητήματα που ενισχύουν την αυτενέργεια και την προσωπικότητα του παιδιού και χαλαροί σε θέματα ηθικής οριοθέτησης. Μπορεί να μας απασχολεί περισσότερο το πώς δείχνει το παιδί μας στο σόι, παρά πώς συμπεριφέρεται στο σχολείο, αν είναι επιθετικό, αν δεν σέβεται τους άλλους ή δεν αντιλαμβάνεται τη θέση του. Παρατηρούνται, δυστυχώς, σε πολλά παιδιά όλων των σχολικών βαθμίδων αυτή τη στιγμή ανησυχητικές συμπεριφορές. Δεν είναι καθόλου λίγα τα παιδιά που είναι αποπροσανατολισμένα, υπερφίαλα και χωρίς σεβασμό. Πολλά από αυτά δείχνουν ότι δεν αντιλαμβάνονται τι κάνουν, προβαίνουν σε παραβατικές συμπεριφορές με μεγάλη βαρύτητα. Αυτό δείχνει ότι κάτι έχει πάει εντελώς λάθος στην καθοδήγησή τους. Και επειδή η ανατροφή ξεκινά από το σπίτι και καταλήγει σε αυτό (ήδη μόλις έρθει το μωρό από το μαιευτήριο) χρειάζεται οι γονείς να αντιλαμβάνονται πότε είναι απαραίτητη η εκχώρηση ελευθερίας και πότε πρέπει να εξηγηθεί στα παιδιά ένα αδιαπραγμάτευτο “όχι”.
